Στις γυναίκες της ζωής μου.

Στις γυναίκες της ζωής μου.

Διαβάζω ξαφνικά ένα μήνυμα από τη Δήμητρα. Γράψε κάτι για τη γυναίκα της ζωής σου. Ποια γυναίκα της ζωής μου; Δεν έχω γυναίκα, αλλά γυναίκες. Πολλές γυναίκες.

Η μαμά και η γιαγιά από την οικογένεια μου, οι φίλες μου, οι συνεργάτιδες μου, πελάτισσες μου.

Όλες με διαφορετικές αφετηρίες που με κάποιο μαγικό τρόπο χωράνε στη ζωή μου δίνοντας μου φτερά να πετάξω και ρίζες για να μείνω κοντά τους.

Η Δήμητρα και οι ιστορίες της που δεν ξεχνάει να μου θυμίζει ότι όταν αγαπάς αυτό που κάνεις, τότε δεν θα το δεις ποτέ ως επάγγελμα. Η Μία που αγαπάει τη γιόγκα και δεν ισορροπεί μόνο σε στύλους του pole dancing, αλλά και σε μια καριέρα με πολύωρα ραντεβού, απαιτητικούς πελάτες, άντρα, σπίτι και υγιεινή διατροφή. Η Μαρία που δημιουργεί συνεχώς νέες διαδρομές, με σκέψη πιο γρήγορη κι από την σκιά της. Η Lilya, που παίζει με σκιές και χρώματα, και ξέρει να χρωματίζει τη μέρα σου με αυτό το φωτεινό της χαμόγελο. Όλες τους, αξιοθαύμαστες για όσα έχουν καταφέρει, και συνεργάτιδες από το χώρο εργασίας μου που ενδυναμώνουν το θαυμασμό για την υπεροχή της γυναικείας φύσης.

 

Η μητέρα μου, η επιτομή της ισορροπίας και της δύναμης, που όλα τα κατάφερε με έναν αθόρυβο τρόπο. Εργασιομανής, που πάντα έβρισκε τις ισορροπίες ανάμεσα σε δουλειά, σπίτι (και φασίνα μόνη της, γιατί “καμία δεν καθαρίζει καλά”) και κοινωνικής ζωής. Η Μικρασιάτισσα γιαγιά μου, η Μαρίτσα, που με μύησε στο κόσμο της μόδας (για αυτόν της μαγειρικής έχω χιλιόμετρα να διανύσω ακόμα). Όλα μου τα καλοκαίρια τα θυμάμαι στο ατελιέ της, να ράβουμε φορέματα στην παλιά και καλοδιατηρημένη vintage ραπτομηχανή της και να μου μιλάει για τις ανηφόρες της.

Ανηφόρες, κατηφόρες, απρόβλεπτα γεγονότα, η γιαγιά μας εκεί, φοράει το χαμόγελο και πάντα νικάει.

Φίλες.

Φίλες λίγες και καλές, πολλές που πέρασαν από τη ζωή μου, άλλες που ακολούθησαν και άλλες που παρέμειναν σφηνωμένες σε συγκεκριμένες ηλικίες. Ένα patchwork διαφορετικών προσωπικοτήτων που με τον καιρό υφαίνεται και ξηλώνεται ξανά και ξανά.

Τις αγαπώ, αλλά περισσότερο έχω ανάγκη να τις θαυμάζω.

Τα “κορίτσια μου”, τα κορίτσια της ζωής μου τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, τόσο καλά δεμένα στο γαϊτανάκι αυτό.

Τη Μαρίνα που χρειάστηκαν πολλά αεροπλάνα και τρένα για να γεφυρώσουμε το χάσμα μας αλλά είναι πάντα στο ακουστικό μου (και στο Skype!) με την υπόσχεση «συχνά ποτάκια στην υγειά της γελοιότητάς μας».

Η επίμονη δικηγορίνα μου, η Μαίρη που τσακίζει κόκκαλα με το βλέμμα της και μια φορά κόντεψε να τσακίσει και τη πόρτα μου επειδή βρισκόμουν λιπόθυμη πίσω από αυτήν. Η πολύχρωμη νεράιδα Νάνσυ, ή αλλιώς το harper’s bazaar της παρέας, που ό,τι χρωματιστό και να φορέσει γίνεται statement. Η Φερενίκη, που ένα βράδυ κινδυνέψαμε να πεθάνουμε αγκαλιά στο Μαρακές, αλλά εκείνη σιγοτραγουδούσε lionking “hakuna matata τι υπέροχη φράση».

Η Σίλια που ξυπνάει πάντα στις 6 το πρωί και βλέπουμε ανατολές μαζί, θυμίζοντας μου ότι η ζωή είναι όμορφη, αρκεί να θες να τη δεις έτσι.

Είναι όμως οι δικές μου φίλες. Και ποτέ δεν χρειάστηκαν πολλά για να είμαστε μαζί, μάλλον το αντίθετο. Ένα πορτοφόλι, μία σκέψη, μία αγκαλιά, όλα ένα. Κι εμείς ένα μπουκέτο κοριτσιών που τσακώνονται, λατρεύονται, κλείνει το τηλέφωνο η μία στην άλλη, μιλάμε με τις ώρες στους καναπέδες, στα παγκάκια, στα πεζοδρόμια της Αθήνας, κάνουμε καλή κάλυψη όταν πρέπει, μπαίνουμε σε ρόλο θύματος και ψυχαναλυτή. Όλα τα κάνουμε. Μαζί.

Και δεν προσπαθούμε πολύ για να το πετύχουμε. Γίνεται σχεδόν αυτόματα.

Και όλα αυτά τα προσωπάκια ανήκουν στο κομμάτι της ζωής μου που θα είναι πάντα εκεί. Με αυτό δεν χωρίζω, δεν ερωτεύομαι, δεν νταντεύω, δεν διεκδικώ. Είναι εκεί.

Και τις νύχτες που παθαίνω κρίση πανικού για να μου θυμίσουν τις χαζομάρες που κάναμε μικρές και να ξεκαρδιστούμε στη συνέχεια. Για να με μαλώσουν όταν ξεφεύγω. Για να τρέξουν με τη πιτζάμα και να με αγκαλιάσουν όταν δουν ότι είμαι έτοιμη να καταρρεύσω. Για να μου ανοίξουν τα μάτια όταν δεν βλέπω τι γίνεται μπροστά μου. Για να μου θυμίσουν απαράδεκτους γκόμενους και να το ευχαριστηθούν. Κάποιες αντιδραστικές και κάποιες πιο ήσυχες. Όλες όμως πολύτιμες.

Και όποτε πάω να κάνω μαύρες σκέψεις αυτές φέρνω στο μυαλό μου. Παρηγορούν τη μοναξιά μου, την αγωνία μου, με κοιτάζουν στα μάτια και μπαίνουν μέσα μου, κάνουν διαδρομές στα σωθικά μου και τα καταλαβαίνουν όλα. Μου μιλάνε όταν δεν θέλω να μιλήσω. Με ταΐζουν κι ας κάνω διατροφή. Με συγχωρούν κι ας κάνω λάθη.

Κι όταν πονάνε πονάω, όταν τις χωρίζουν, θέλω να τους πνίξω, όταν τις αγκαλιάζουν, θέλω να κλάψω από χαρά, όταν παχαίνουν κάνω ότι δεν βλέπω, όταν κλαίνε καταρρέω.

Οι φίλες μου. Το λουλούδι που ανθίζει πάντα και μοσχοβολάει. Θέλει κόπο για να τις κατακτήσεις. Αλλά άμα πιάσεις κορυφή έμεινες εκεί για πάντα.

Χρόνια μας Πολλά!

Υ.γ. Όποια κι αν γινόταν από εμάς Εύα θα το δάγκωνε το μήλο.